Από το νέο βιβλίο του Δημήτρη Παπανικολόπουλου, «Στο εσωτερικό του κινήματος. Όψεις της ενδοκινηματικής ζωής στην Ελλάδα της κρίσης», Εκδόσεις των Συναδέλφων, Μάρτιος 2020.

Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Το φύλο του κινήματος. Έμφυλες διαστάσεις της συλλογικής δράσης στην Ελλάδα της κρίσης».


Ήρθε η ώρα να απαντήσουμε: ζούμε σε μια περίοδο φεμινιστικοποιήσης της (κινηματικής) πολιτικής; Ή το κίνημα παραμένει a men’s world; Στις μέρες μας, αρκετές γυναίκες, αντλώντας δύναμη από τις αριστερές οικογενειακές παραδόσεις, τη θητεία τους στο πανεπιστήμιο και την έκθεσή τους στις κινηματικές δράσεις που πύκνωσαν προϊόντος του 21ου αιώνα, εισέρχονται μαζικά στην κινηματική δράση. Εκείνο που συναντούν είναι η περισσότερο ή λιγότερο ανδροπρεπής κουλτούρα των κινηματικών χώρων και η έλλειψη μέριμνας για τις γυναίκες με αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις. Εισέρχονται, ωστόσο, σε χώρους πολύ πιο φιλικούς προς τις φεμινιστικές διεκδικήσεις, οι οποίοι τους δίνουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν τους έμφυλους καταμερισμούς στους οποίους προσκρούουν.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι παραδοσιακοί έμφυλοι ρόλοι τελικά αλλάζουν ή αναπαράγονται; Όπως είδαμε, τα οργανωτικά καθήκοντα φαίνεται πως μοιράζονται, αν και με έναν τρόπο που αναπαράγει σε κρίσιμο βαθμό τον οικιακό καταμερισμό εργασίας και κοινωνικά στερεότυπα βαθιά ριζωμένα στο κοινωνικό σώμα. Οι ηγετικοί ρόλοι αποδίδονται κυρίως στους άντρες, ωστόσο η παρουσία των γυναικών είναι πλέον αισθητή στο επίπεδο ακριβώς κάτω από τη μονοπρόσωπη ή ολιγοπρόσωπη ηγεσία. Οι γυναίκες διεκδικούν το χώρο που τους ανήκει στην προφορική επικοινωνία, γράφουν όμως αισθητά λιγότερο από τους άντρες. Σίγουρα πάντως μιλούν και γράφουν με μεγαλύτερη συγκράτηση και αναστοχαστικότητα. Στις μαχητικές δημόσιες διαμαρτυρίες είναι παρούσες σε ίσους αριθμούς, όχι όμως και στις συγκρούσεις με την αστυνομία ή σε παρακινδυνευμένες ενέργειες. Δεν λείπουν, όμως, πλέον ούτε από εκεί. Τα περιστατικά της έμφυλης βίας εντός των οργανωμένων κινηματικών χώρων αντιμετωπίζονται με πρόθεση να προστατευθεί κυρίως το θύμα. Τέλος, στις καμπάνιες αλληλεγγύης στους μετανάστες ή στους πληττόμενους από την κρίση συμπολίτες μας, καθώς και στις κινητοποιήσεις για την υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους, οι γυναίκες συμμετέχουν μέχρι και σήμερα πρωταγωνιστικά. Επομένως, γίνεται σαφές πως οι έμφυλοι ρόλοι και τα στερεότυπα αμφισβητούνται, τη στιγμή όμως που αναπαράγονται με μειωμένη ισχύ. Αν «το πρόβλημα με την πολιτική κοινωνικοποίηση στην έμφυλη διάστασή της είναι ότι τα γυναικεία πρότυπα καθόλου δεν ευνοούν το δυναμισμό, τη διεκδικητικότητα, την αποφασιστικότητα, τη μαχητικότητα, την έμπρακτη συμμετοχή, την ελεύθερη έκφραση απόψεων κ.λπ.» (Παντελίδου, 2015), η συμμετοχή στις κινηματικές διεργασίες του καιρού μας κοινωνικοποιεί τις γυναίκες σε διαφορετική κατεύθυνση.

Με βάση όσα έχουμε γράψει μέχρι τώρα μπορούμε, επίσης, να διακριβώσουμε αν οι οργανωτικές πρακτικές, το ρεπερτόριο δράσης και οι ταυτότητες των οργανωμένων κινηματικών χώρων ευνοούν τη γυναικεία παρουσία και χειραφετητική προοπτική και vice versa, εάν δηλαδή η μαζική παρουσία γυναικών προσδίδει νέες δυνατότητες στους οργανωμένους κινηματικούς χώρους ως προς την οργανωτική αποτελεσματικότητα, τις μορφές δράσης και την ταυτότητα. Σχετικά με το πρώτο ερώτημα, μπορούμε να πούμε πως αφενός μεν στις οργανωτικές πρακτικές αποτυπώνονται έμφυλα στερεότυπα, οι δυναμικές μορφές δράσης τείνουν να αναπαράγουν κοινωνικά εμπεδωμένες ιεραρχίες βασισμένες στη διαφορά δύναμης και οι ανδροπρεπείς ταυτότητες αποικιοποιούν το φαντασιακό και προσδιορίζουν τα πρότυπα, αφετέρου δε η προώθηση μιας φεμινιστικής ατζέντας και ενός πολιτικού λόγου και συμπεριφοράς, η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας και η παρουσία των γυναικών ακόμα και στην πρώτη γραμμή της σωματικής σύγκρουσης ή στα ηγετικά κλιμάκια, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι κινηματικοί χώροι συνιστούν πολιτικές ευκαιρίες για την εκδίπλωση των γυναικείων διεκδικήσεων.

Από την άλλη, η οργανωτική δεινότητα των γυναικών εντός και εκτός των κινηματικών χώρων επεξέτεινε την εμβέλεια των δυνατοτήτων αυτών των χώρων. Είναι δύσκολο να φανταστούμε τον πολλαπλασιασμό των στεκιών μετά το 2008 δίχως την παράμετρο της μαζικής γυναικείας παρουσίας. Είναι δύσκολο να φανταστούμε τη μαζικότητα και αποτελεσματικότητα της καμπάνιας αλληλεγγύης στους μετανάστες χωρίς τη συνδρομή των γυναικών ή στους φτωχούς της κρίσης χωρίς την ενεργοποίηση των γυναικών σε επίπεδο γειτονιάς. Είναι, επίσης, δύσκολο να φανταστούμε τη μακροχρόνια πάνδημη κινητοποίηση σε Κερατέα και Σκουριές χωρίς τις σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ των γυναικών αυτών των κοινοτήτων. Τέλος, όπως ακριβώς το ειρηνικό ρεπερτόριο δράσης προσέδωσε νέες δυνατότητες κινητοποίησης, έτσι και η προώθηση φεμινιστικών αιτημάτων και επεξεργασιών εμπλούτισε τις κινηματικές ταυτότητες και τις έκανε πιο ευρύχωρες. Κατ’ επέκταση γίνεται σαφές πως οι εξελίξεις που περιγράφουμε και αναλύουμε σε αυτό το κείμενο λαμβάνουν χώρα επ’ ωφελεία τόσο των κινηματικών χώρων στο σύνολό τους όσο και των γυναικών-μελών τους.

Η φεμινιστικοποιήση ως θεωρητική υπόθεση, αλλά και ταυτόχρονα ως πρόταγμα προωθεί το συνολικό και σε βάθος μετασχηματισμό του χαρακτήρα της πολιτικής, από τη μορφή και το περιεχόμενο μέχρι την πολιτική κουλτούρα και τον χώρο. Από μια σκοπιά, θα μπορούσε μάλλον να ειπωθεί πως πρόκειται για μια εκ νέου ενεργοποιήση της θέσης «το προσωπικό είναι πολιτικό», η οποία εμπλουτίζεται από την πρόσφατη συλλογική μνήμη του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος, αλλά και από τις ακόμη πιο πρόσφατες εμπειρίες των κοινοτιστικών πρακτικών και κινημάτων πόλης (Κοσυφολόγου, 2018) με ιδιαίτερες αναφορές στη Βαρκελώνη, στην Αργεντινή ή στη Ροζάβα.

Η φεμινιστικοποιήση της πολιτικής οφείλει να σηματοδοτήσει τη ριζική εξάλειψη των πατριαρχικών προτύπων και ιεραρχιών. Επιπλέον, έρχεται να «αποκαταστήσει» το βίωμα, φωτίζοντας τη μερικότητα όχι ως αποσπασματικότητα, αλλά ως μια διάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαμόρφωση της ατζέντας της πολιτικής αλλά και στους τρόπους με τους οποίους αυτή η ατζέντα υλοποιείται. Η αμφισβήτηση του κυρίαρχου διπόλου «δημοσίου-ιδιωτικού» αποτελεί το αξιακό πλαίσιο της στρατηγικής της φεμινιστικοποιήσης.

Ένα σημαντικό πλεονέκτημα αυτής της προσέγγισης ενέχεται στην ίδια την προέλευση της, δηλαδή την εμπειρία της συλλογικής ζωής και των πρακτικών της σε μία πιο ιστορική διάσταση. Η τελευταία –η ιστορικότητα δηλαδή– την προφυλάσσει από τους υπαρκτούς κινδύνους της αναπαραγωγής ουσιοκρατικού λόγου για το φύλο, καθώς και από τον αφηρημένο και επιπόλαιο εμπειρισμό.

Επομένως, αναδιατυπώνοντας με μεγαλύτερη ακρίβεια την υπόθεση, θα λέγαμε μάλλον ότι μας ενδιαφέρει να σκεφτούμε σε ποιό βαθμό έχει προχωρήσει η φεμινιστικοποιήση της πολιτικής ως μια ενεργή και με απροσδιόριστο χρονικό ορίζοντα διάρκειας διαδικασία. Μια πρώτη απάντηση είναι ότι πράγματι (απο)δοκιμάζονται οι κυρίαρχες μορφές πολιτικής στράτευσης, ωστόσο δεν εκλείπουν. Αντίθετα, συνεχίζουν να αναπαράγονται, ενισχύοντας έμφυλες διακρίσεις και αποκλεισμούς. Από τη σκοπιά αυτή, τα βασικά αιτήματα που προωθεί η φεμινιστικοποίηση, όπως για παράδειγμα η απόρριψη της υλικής ή συμβολικής ιεραρχίας, η απόρριψη λόγου και πρακτικών που αναπαράγουν ένα πρότυπο επιθετικής αρρενωπότητας ως κυρίαρχο τρόπο έκφρασης και συμβολικής-υλικής επιβολής στους χώρους της πολιτικής, μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμα εφαλτήρια σε αυτή την μετασχηματιστική διαδικασία. Επιπλέον, μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την καθιέρωση πιο οριζόντιων και πιο ισότιμων τρόπων λειτουργίας, βελτιώνοντας την πρόσβαση και τη συμμετοχή στη συλλογική ζωή. Το δίχως άλλο, το μετασχηματιστικό αυτό εγχείρημα δεν μπορεί παρά να λαμβάνει ως δεδομένο ότι οι έμφυλοι ρόλοι και οι καταμερισμοί που απορρέουν από αυτούς είναι αποτέλεσμα της πατριαρχίας. Υπό την έννοια αυτή, όπως υπογραμμίζουν οι Laura Roth και Kate Shea Baird (2017), οι αλλαγές ή μετατοπίσεις αποτελούν μέρος μιας στρατηγικής επίθεσης στην πατριαρχία, ως θεμελίου όλων αυτών των κυρίαρχων ανισοτήτων στην πολιτική και της βιολογικής προέλευσης νομιμοποίησής τους.

Αυτό που ενδεχομένως λείπει από την προσέγγιση της φεμινιστικοποιήσης είναι μια καλύτερη κατανόηση της διαθεματικότητας ως αναγκαίας συνθήκης για τον μετασχηματισμό της πολιτικής αλλά και ως κριτηρίου για τη δημιουργία συμμαχιών και την οικοδόμηση της ενότητας στο κίνημα. Η αναζήτηση των όρων για την οικοδόμηση βαθύτερων πολιτικών δεσμών μεταξύ φεμινιστικών και ΛΟΑΤΚΙ συλλογικοτήτων θα αποτελέσει το εφαλτήριο για την αποσταθεροποιήση ενός ακόμη κυρίαρχου –μέχρι τώρα– δυισμού.

Τι αποκομίζουν, όμως, με τη σειρά τους από τη μελέτη αυτή η θεωρία των κοινωνικών κινημάτων και οι φεμινιστικές σπουδές; Η κινηματική θεωρία μπορεί να αξιοποιήσει τις εξής διαπιστώσεις: α) τα κινηματικά υποκείμενα δεν βιώνουν/αξιολογούν με τον ίδιο τρόπο πολιτικές ευκαιρίες, οργανωτικές πρακτικές, μορφές δράσης και ταυτότητες, β) οι κινηματικοί χώροι ενίοτε εσωτερικεύουν τις αξίες τις οποίες διακηρυκτικά αντιμάχονται (π.χ. την πατριαρχία), γεγονός που κάνει πιο δύσκολη την ανατροπή αυτών των αξιών, γ) στο εσωτερικό του κινήματος διεξάγονται μάχες που δεν έχουν άμεση σχέση με το raison d’ etre του κινήματος (πχ πάλη φύλων, πάλη γενεών), δ) πρέπει να δίνουμε σημασία τόσο στις φωνές των κινηματικών υποκειμένων όσο και στις σιωπές τους. Αντιστοίχως, οι φεμινιστικές σπουδές μπορούν να αξιοποιήσουν τις διαπιστώσεις σύμφωνα με τις οποίες α) υπάρχουν χώροι όπου οι φεμινιστικές διεκδικήσεις προωθούνται συντεταγμένα και μπορούν να αποτελέσουν ασφαλή ορμητήρια για τις γυναίκες, σε αντίθεση με τους περισσότερους κοινωνικούς χώρους, β) οι κινηματικοί χώροι (όχι στο σύνολό τους) αποτελούν εργαστήρια χρήσιμα για την (ανα)κατασκευή της έννοιας του φύλου, γ) οι γυναίκες-μέλη των κινηματικών χώρων μπορεί να δραστηριοποιούνται με τρόπο που, αντί να αμφισβητεί τους έμφυλους καταμερισμούς εργασίας, να τους αναπαράγει, δ) η φεμινιστική συνείδηση (ανα)παράγεται κυρίως στους χώρους της κινηματικής Αριστεράς, ως υπο-προϊόν της αριστερής ιδεολογίας.

Τι έχει αλλάξει, όμως, στη σχέση της Αριστεράς και του φεμινισμού; Όπως έχει τονίσει ο Ντόναλντ Σασούν στο μνημειώδες έργο του Εκατό χρόνια σοσιαλισμού (2001), οι φεμινίστριες στο Μεσοπόλεμο στρέφονταν προς το σοσιαλιστικό κίνημα, όμως αυτό προτίμησε να υπηρετήσει τη γυναικεία υπόθεση ταυτόχρονα με την καταγγελία του φεμινισμού. Μετά τον πόλεμο, από τη δεκαετία του ’60, η αντιπαλότητα έδωσε τη θέση της στη συνεργασία, καθώς τα σοσιαλιστικά κόμματα μεταβλήθηκαν σε οχήματα προώθησης μιας φεμινιστικής ατζέντας που σφυρηλατούνταν, όμως, κατά βάση αλλού. Στις μέρες μας, όπως προκύπτει και από τα δεδομένα που παραθέσαμε, οι αριστερές και αναρχικές οργανώσεις δεν επιθυμούν και δεν μπορούν να αντισταθούν στην ανάδυση μιας φεμινιστικής ατζέντας και ενός φεμινιστικού λόγου στο εσωτερικό τους, καθώς οι γυναίκες σπάνε πλέον όλα τα αντρικά μονοπώλια και διεκδικούν επί ίσοις όροις τους καθιερωμένους ρόλους. ■

(Δημοσιεύτηκε στα «Ενθέματα» της Αυγής, την Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020).

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.