Και κάπως έτσι τελειώνει το πρότζεκτ ΣΥΡΙΖΑ. Η κυβέρνηση θα πολιτεύεται ως ΔΗΜΑΡ και Αριστερή Πλατφόρμα και λοιποί θα στήσουν ένα δεύτερο ΚΚΕ. Ο Τσίπρας θα ηγεμονεύσει για τουλάχιστον μία τετραετία και οι υπόλοιποι θα εξαφανιστούν σταδιακά από την οργανωτική υπεροχή του Περισσού και την παντελή απουσία λαϊκών ερεισμάτων που χαρακτηρίζει την αντικαπιταλιστική αριστερά –κινδυνεύοντας σε μεσοπρόθεσμο διάστημα να βρεθούν αμφότεροι εκτός Βουλής, αν δεν σχηματίσουν ενιαίο μέτωπο, δηλαδή έναν νέο Συνασπισμό αλά 80s.

Η επικράτηση του Τσίπρα θα χτιστεί πάνω στον μύθο των διαπραγματεύσεων και το «Όχι» του δημοψηφίσματος, το οποίο το προεδρικό σύστημα έχει ήδη απορροφήσει στο μεγαλύτερό του ποσοστό, ενώ το νέο ΚΚΕ θα χτίσει μια ηρωική αφήγηση για τη χαμένη ευκαιρία και τη σοσιαλδημοκρατία που του έκλεψε τα συνθήματα. Όλα αυτά θυμίζουν έντονα την πρώτη οκταετία του ΠΑΣΟΚ. Η ιστορία επαναλαμβάνεται και σ’ αυτήν την περίπτωση (ως φάρσα), γιατί οι περισσότεροι αρνούνται να αναγνωρίσουν και να υπολογίσουν μια βασική σταθερά στην εξίσωση των πολιτικών μετασχηματισμών.

Η αναδιάταξη των πολιτικών δυνάμεων δεν υπόκειται στα ηθικά μέτρα που προϋποθέτει για το πολιτικό υποκείμενο η όποια ιδεολογία. Πόσο μάλλον όταν αυτή η ιδεολογία διαχρονικά δεν καταφέρνει να αναδυθεί ενδογενώς από το σώμα της κοινωνίας –να αναμετρηθεί με τις παραδόσεις και την ιστορική της μνήμη, μπολιάζοντές τις με την εμπειρία της σύγχρονης πραγματικότητας–, αλλά έρχεται απ’ έξω ως νομοτέλεια και αναπόφευκτα αποτυγχάνει να κερδίσει τις μάζες που, προσπαθώντας να επιβιώσουν απέναντι στις δήθεν κοσμοπολίτικες ελίτ του αποικιακού εθνοκεντρισμού του ελλαδικού χώρου, καθόλου δεν συγκινούνται από τον τυποποιημένο λόγο άλλης μιας ελίτ –αυτή τη φορά αριστερής, όπως η τελευταία διεκδικεί πολλές φορές με υπεροψία να εκφράσει το λαϊκό αίσθημα έχοντας ανδρωθεί στα αμφιθέατρα του εξωτερικού.

Η αναδιάταξη των πολιτικών δυνάμεων υπόκειται στο πλέγμα εκείνων των παραγωγικών αποτελεσμάτων που επιτρέπει η καθόλου ιδεαλιστική θεώρηση του τοπολογικού χώρου τον οποίο ορίζει η ελληνική επικράτεια. Και αυτά τα αποτελέσματα διαχρονικά είναι κατώτερα των περιστάσεων.

Έρημη χώρα

Ασφαλώς, υπάρχουν αντεπιχειρήματα απέναντι στη δομικιστική αυτή προσέγγιση και ένας διάλογος ενεργός εδώ και πολλές δεκαετίες, στον οποίο συμμετέχουν πολλοί πιο έγκυροι αναλυτές και θεωρητικοί. Στο βαθμό, όμως, που όλοι οι υπόλοιποι σχολιαστές των τωρινών εξελίξεων καλούμαστε να τοποθετηθούμε καλοπροαίρετα και με το δικαίωμα που απορρέει από την άμεση έκθεση των ζωών μας στις εξελίξεις, έχουμε το δικαίωμα να συνειδητοποιήσουμε κατ’ αρχάς και εν συνεχεία να διατυπώσουμε αυτήν τη σταθερά: όσο η ελληνική πολιτεία ορίζεται από τις υπάρχουσες παραγωγικές δυνατότητες, όσο οι πολίτες της αρκούνται στην πολιτική και οικονομική διαχείριση αυτών των παραγωγικών σχέσεων, οι οποίες στην καλύτερη δέχονται λίφτινγκ από συγκυριακά εκσυγχρονιστικά εγχειρήματα –απόνερα διεθνών συσχετισμών–, τόσο το ελληνικό μακέτο θα αναπαράγεται και οι διάφορες ιστορικές περίοδοι θα επαναλαμβάνονται σε έναν φαύλο κύκλο που καταδικάζει κάθε γενιά στη σισύφεια επανάληψη της εμπειρίας (συνήθως τραγικής) των προηγούμενων.

Δυστυχώς, παρά το προφανές της ανάγκης απεγκλωβισμού της Ελληνικής Δημοκρατίας από το αποτυχημένο πείραμα της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, δεν υπάρχει ούτε υποψία σοβαρής εναλλακτικής που, πέραν του λειτουργικού απεγκλωβισμού, προνοεί για τη στρατηγική παραγωγικής ανασυγκρότησης – έννοιας που πλέον από την πολλή και μάταιη επίκληση έχει καταστεί σημαινόμενο ματαίωσης και καιροσκοπισμού.

Η κοινωνία οδηγείται σε μια ιστορική χειμερία νάρκη ως υποπεριφέρεια της νέας ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας που χτίζει το χρηματοπιστωτικό και βιομηχανικό κατεστημένο των νέων Κεντρικών Δυνάμεων του 21ου αιώνα.

Όλα τα υπόλοιπα, οι μικροπολιτικές αναμετρήσεις και οι τακτικισμοί της τελευταίας στιγμής, υποβιβάζονται στη σφαίρα της οπαδικής αυτοϊκανοποίησης. Αυτή λειτουργεί ανακουφιστικά μπροστά στον όλεθρο άλλης μιας διάψευσης προσδοκιών –δηλαδή στο πεδίο της ηθικής ματαίωσης κόντρα στον καιροσκοπισμό των συστημικών ελίτ. Αλλά μακροπρόθεσμα, απλώς κολλά συντεχνιακά ένσημα μέχρι την ιστορική της συνταξιοδότηση και τη λήθη.

Γιατί, πέραν των δικαιολογημένων ξεσπασμάτων οργής και του αισθήματος προδοσίας που νιώθουν οι συμπρωταγωνιστές της πρώτης-φοράς-Αριστερά, δεν έχουν ούτε μπορούν να καταστρώσουν όπως φαίνεται σχέδιο γεωπολιτικής και οικονομικής απεμπλοκής αυτής της χώρας από αυτήν την Ευρώπη. Για τις δυνάμεις του μνημονιακού κατεστημένου, δεν γίνεται καν λόγος.

Χωρίς, λοιπόν, να διαφαίνεται στον ορίζοντα κάτι που να μεταμορφώνει το παραγωγικό δυναμικό της χώρας, καθώς στην οικονομική ανυπαρξία της προστίθεται η υπογεννητικότητα και η διολίσθηση στον απολιτίκ εκμαυλισμό μεγάλου τμήματος της νεολαίας της, η χώρα, η κοινωνία οδηγείται σε μια ιστορική χειμερία νάρκη ως υποπεριφέρεια της νέας ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας που χτίζει το χρηματοπιστωτικό και βιομηχανικό κατεστημένο των νέων Κεντρικών Δυνάμεων του 21ου αιώνα.

Αν δεν υπάρξουν ιστορικών διαστάσεων πολιτικές εξελίξεις στις μεγάλες καπιταλιστικές οικονομίες του πλανήτη, που θα αφυπνίσουν τις πραγματικά μεγάλες προλεταριοποιημένες μάζες, η ελληνική επανάσταση θα πρέπει να περιμένει μερικές δεκαετίες ακόμα. Ελπίζουμε ότι σε αυτό το διάστημα το θυμικό της ελληνικής κοινωνίας, που δώρισε στην ανυπόληπτη ευρωπαϊκή ιστορία άλλο ένα «Όχι», και η κλίση των κατοίκων αυτού του τόπου να παράγουν πνευματικό έργο ακόμα και στους πιο δύσκολους χειμώνες, θα αποτελέσει τον σπόρο στην αναμονή μιας νέας άνοιξης. Ίσως έρθει νωρίτερα απ’ όσο φανταζόμαστε, ίσως όμως δεν έρθει και ποτέ.

Απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.