Τελευταία φορά που τέθηκε τόσο έντονα ζήτημα αναντιστοιχίας κυβερνώντος κόμματος και κυβέρνησης ήταν το 1996 επί Σημίτη. Τη συνέχεια την γνωρίζουμε όλοι. Το εκβιαστικό δίλημμα στο 6ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ οδήγησε στην οκταετή εκλογική επικράτηση του κόμματος, αλλά οι κυβερνήσεις Σημίτη απέτυχαν παταγωδώς να μεταρρυθμίσουν το κράτος, έγιναν φορείς της πιο σκληρής διαπλοκής που γνώρισε η χώρα, υπονόμευσαν την ελληνική οικονομία προσδένοντάς την πρόωρα και χωρίς σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης στο ευρώ και ουσιαστικά έστρωσαν το έδαφος για τη χρεοκοπία που ζούμε σήμερα. Τα προηγούμενα χρόνια πολλοί, εντός και εκτός Αριστεράς, φοβόντουσαν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα γίνει ΠΑΣΟΚ του ’81, προεκλογικά το κόμμα φάνηκε να φλερτάρει με το ΠΑΣΟΚ του 2009 και, τελικά, μοιάζει να διολισθαίνει σε καταστάσεις ΠΑΣΟΚ του 1999, αποδεικνύοντας πως η Αριστερά ποτέ δεν ξέκοψε από τα πολιτικά μακέτα του κάλπικου εκσυγχρονισμού.

Τίποτα δεν είναι οριστικό σε ένα τόσο ρευστό σκηνικό και κάθε κριτική οφείλει να το λαμβάνει αυτό υπόψη. Εδώ χρειάζεται κανείς να αντιληφθεί τα δεδομένα, είτε του αρέσουν είτε όχι. Η σύγκρουση με τους δανειστές ανέδειξε ως πολιτικό κεφάλαιο τον Τσίπρα και το «Όχι» του 61,31% (όχι, το οποίο επεκτείνεται και στο ζήτημα του ευρώ, όπως δεν θέλουν οι καλοθελητές του συστήματος να θυμούνται). Αυτά είναι το μοναδικά δεδομένα. Όλα τα υπόλοιπα εισέρχονται στη σφαίρα ερμηνειών και συσχετισμών.

Το ίδιο ισχύει για το nexus «κοινωνικός ΣΥΡΙΖΑ / κομματικός ΣΥΡΙΖΑ», που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί χύδην ως πασοκιά ολκής. Αυτή τη στιγμή –για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους– στον μέσο Έλληνα η βασική σκέψη πάει κάπως έτσι: «το πάλεψε τουλάχιστον, πάμε μ’ αυτόν που έχουμε, μην έρθουν οι προηγούμενοι, και βλέπουμε». Όσο κι αν προκαλεί αλλεργία στα σαλόνια των διανοητών, αυτή είναι η κυνική και πεζή περιγραφή της κατάστασης στην πιάτσα. Διάφοροι παραγοντίσκοι που τρέφονται από την εξουσία αποκόβουν αυτή τη διατυπωμένη διάθεση από τα συμφραζόμενα και στήνουν ένα μικροπολιτικό αφήγημα περί κοινωνικού/κομματικού ΣΥΡΙΖΑ, που επιχειρεί να ξεπλύνει την ντροπή του τρίτου μνημονίου και τους κατ’ επάγγελμα μνημονιακούς των προηγούμενων δύο. Το μόνο καταγεγραμμένο «κοινωνικό» είναι το 61,31% του δημοψηφίσματος. Οι ερμηνείες ένθεν κακείθεν είναι δύο: α) το «Όχι» είναι προϊόν παραπλάνησης, β) το «Όχι» είναι ορφανό. Και οι δύο είναι εκτός πραγματικότητας.

Οι ταυτίσεις

Ως προς το α), ο μέσος πολίτης, ψημένος στην εργασιακή και κοινωνική πραγματικότητα, είναι αρκετά πιο ώριμος από τους πάσης φύσεως ευρωβουλευτικούς που έχουν πιάσει στασίδι στα κανάλια. Το ότι αντιλαμβάνεται την ανάγκη υποχώρησης μετά από μία ήττα, σαν αυτές που σε άλλη κλίμακα βιώνει στο πετσί του καθημερινά τα τελευταία χρόνια, δεν σημαίνει ότι δίνει λευκή επιταγή σε δημαρίτικες ερμηνείες που στήνονται εσχάτως στον Τύπο και συμπυκνώνονται σε αδωνιάδες του τύπου «χάθηκαν έξι μήνες, ο Τσίπρας εξαπάτησε το λαό αλλά λογικεύτηκε, κάποια στιγμή να ζητήσει και συγγνώμη, όταν θα έχουμε σταθεί στα πόδια μας», με σκοπό να φέρουν την εκπεφρασμένη λαϊκή βούληση στα μικροπολιτικά μέτρα τους.

Κανένας εργαζόμενος που υποχρεώθηκε να καταπιεί τη βία και αυθαιρεσία του εργοδότη του, κανένας πολίτης που υποχρεώθηκε να επιβιώσει σε καθεστώς αδικίας και κοινωνικού αυτοματισμού, δεν είπε ότι καλώς αυτά συμβαίνουν. Απλώς, υπομένουν και περιμένουν, και μ’ αυτόν τον τρόπο ταυτίζονται προς ώρας με τον Τσίπρα, που σε ένα άλλο επίπεδο στα μάτια τους υπέστη ό,τι κι εκείνοι στην μικρή καθημερινότητά τους. Αυτός ο μέσος νους, μάλιστα, φθονεί ακόμα περισσότερο όσους καβαντζωμένους στον περίγυρό του τού πουλάνε εξυπνάδες περί μονόδρομων και καλών αφεντικών. Ξέρει πώς και πού ζει, δεν χρειάζεται διερμηνείς.

Αυτός είναι ο πραγματικά «κοινωνικός» ΣΥΡΙΖΑ και απαιτεί από την κυβέρνηση να τα βγάλει πέρα, όπως και εκείνος, και να ελιχθεί χωρίς να χάνει τον αρχικό της στόχο. Δεν ικανοποιείται με ευφυολογήματα «δεν μας προτείνετε εναλλακτικές», απαιτεί να τις βρουν. Εξάλλου, αυτό ορίζει την πολιτική: φερειπείν, στο ξεσκαρτάρισμα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που επιβάλλει η εσωτερική υποτίμηση, υπάρχει πλάνο αναδιάρθρωσης και ενίσχυσης της μικρής επιχειρηματικότητας στη λογική των συνεταιριστικών σχημάτων; Προετοιμάζεται σοβαρό σχέδιο χωρίς τυμπανοκρουσίες απέναντι σε ενδεχόμενο ατύχημα στην Ευρωζώνη (όχι απαραιτήτως με το πρόθεμα GR), διασφαλίζοντας κατ’ αρχάς την αυτάρκεια στην αγροτική παραγωγή; Αυτά και πολλά άλλα θα κρίνουν τον «κυβερνητικό» ΣΥΡΙΖΑ, που οι πρωθυπουργικοί σύμβουλοι επιχειρούν να περάσουν στο δημόσιο λόγο ως «κοινωνικό».

Οι επιφυλάξεις

Ως προς το β), ο τυπικός μέσος πολίτης, με όλες τις αντιφάσεις και τον μικροαστισμό που ορίζουν τις επιλογές του, βλέπει με μεγάλη επιφύλαξη όσους τον καλούν με γλώσσα ακατανόητη και αφ’ υψηλού να συμπορευτεί σε κάτι που προβάλλεται ως ρήξη, αλλά καταλήγει σε επαναστατική γυμναστική. Όλα τα προηγούμενα χρόνια έχει δείξει ότι δεν εμπιστεύεται συνδικαλιστές που βγαίνουν με τη ντουντούκα και την κρίσιμη στιγμή χάνονται στα μετόπισθεν της ιδεολογικής τους καθαρότητας. Βγαίνει μπροστά μόνο όταν αισθάνεται ότι είναι ισότιμος με όσους τον καλούν. Όπως το «Όχι» του δεν σχετικοποιείται, έτσι δεν ομογενοποιείται. Το «Όχι» είναι σύνθημα πολιτικής κατεύθυνσης, όχι κομματικής προέλευσης.

Ο λεγόμενος «κομματικός» ΣΥΡΙΖΑ είναι η απόπειρα του συστήματος να γραφικοποιήσει την Αριστερά σε τσοχατζοπουλικό ΠΑΣΟΚ και κατ’ επέκταση να παρουσιάσει τα λαϊκά στρώματα ως έρμαια μιας «παλαβής» φύσης της Αριστεράς, δικαιολογώντας την αυτονόμηση της τεχνοκρατικής εξουσίας από τη λαϊκή βούληση. Ο μόνος τρόπος για τον κόσμο της Αριστεράς να μην πέσει στην παγίδα είναι να βγει από τη νεοελληνική μιζέρια των τοπικών οργανώσεων του καφενείου της γειτονιάς, της ΑΔΕΔΥ της περιστρεφόμενης καρέκλας ή του φοιτητικού συνδικαλισμού της αφίσας. Τα κόμματα της Αριστεράς οφείλουν να ακολουθήσουν νέα πρότυπα –πιθανόν αυτά που αναδεικνύονται στη Γερμανία μέσα από την κοινοβουλευτική και κυβερνητική εμπειρία του Die Linke ή στην Ολλανδία με τη δημοσκοπική άνθηση του SP–, τα οποία προωθούν ριζοσπαστικές πολιτικές σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης και περιφέρειας, παραμένοντας σε εθνικό επίπεδο αξιόπιστα και ισχυρά. Επιβάλλεται εκ των πραγμάτων τα κόμματα που θέλουν να λέγονται αριστερά να ανοιχτούν σε δομές και πρόσωπα που ξεπερνούν τα στερεότυπα, όπως εν μέρει κατάφερε ο ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία χρόνια εκμεταλλευόμενος την υπεροχή του σε νεανικό, μορφωμένο ανθρώπινο δυναμικό. Υπάρχει πολλή, καλή δουλειά που μπορεί να γίνει και θεμελιώδες σε αυτό είναι η επικοινωνιακή απεξάρτηση από τους συστημικούς διαύλους πληροφόρησης. Αυτό αφορά όλη την Αριστερά και όχι μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ.

Το αριστερό μνημόνιο

Το βασικό πρόβλημα στον ΣΥΡΙΖΑ, που βρέθηκε να διαχειρίζεται σοσιαλιστικά προτάγματα σε συνθήκες μέγιστης καπιταλιστικής κρίσης, είναι ότι μετά την ήττα λειτουργεί σαν άτακτος στρατός. Ο ηττημένος στρατηγός έχει κλειστεί σε έναν στενό κύκλο αμφιλεγόμενων ταξίαρχων και ετοιμάζεται να τιμωρήσει τους ανταρσίες αξιωματικούς, μια συγκροτημένη ομάδα ζητά επιστροφή στα βομβαρδισμένα χαρακώματα, διάφοροι καραβανάδες επιδίδονται σε ακατάσχετη ρητορική πάνω στο άλογο και το ηθικό του στρατεύματος βρίσκεται στον πάτο.

Είναι πασιφανές ότι η κούραση της μάχης και η συντριπτική ήττα έχουν επιδράσει στην ψυχολογία του Τσίπρα, ο οποίος να νιώθει προδομένος απ’ όσους βγαίνουν εξ’ αριστερών να διαχωρίσουν τη θέση τους, σαν να μην στοιχήθηκαν ποτέ στον ίδιο πόλεμο. Όμως, σ’ αυτό το επίπεδο πολιτικής ευθύνης δεν χωρούν ψυχολογισμοί. Επιπλέον, οι διάφοροι μυστικοσύμβουλοι που συρρέουν στην τέντα του Μαξίμου κάνουν μεγάλο λάθος, αν θεωρούν τη διάσπαση ως τακτική συντεταγμένης υποχώρησης. Αργά ή γρήγορα θα εκτεθούν, όπως ακριβώς συνέβη με τους θιασάρχες της κεντροαριστεράς, και θα αλωθούν σε μικροπολιτική διαχείριση της κρίσης.

Το βασικό πρόβλημα στον ΣΥΡΙΖΑ, που βρεθηκε να διαχειρίζεται αριστερά προτάγματα σε συνθήκες μέγιστης καπιταλιστικής κρίσης, είναι ότι μετά την ήττα λειτουργεί σαν άτακτος στρατός.

Απ’ την άλλη, το ίδιο και μεγαλύτερο λάθος κάνουν όσοι ετοιμάζονται για αντάρτικο. Η σίγουρη ήττα τους θα παρουσιαστεί ως ήττα ολόκληρης της Αριστεράς. Το σενάριο του μονόδρομου Σημίτη είχε πάντα ως άλλοθι έναν Τσοχατζόπουλο. Αυτό το «στηρίζω την κυβέρνηση, αλλά δεν ψηφίζω» είναι ο σίγουρος δρόμος για την πλήρη πασοκοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ. Όποιος πιστεύει ότι ο Τσίπρας, ο Τσακαλώτος, ο Μπαλαούρας, η Αναγνωστοπούλου και άλλοι περισσότερο ή λιγότερο προβεβλημένοι πολιτευτές του κυβερνώντος κόμματος έχουν μεταλλαχθεί, οφείλουν είτε να τους αποπέμψουν από το κόμμα, αν έχουν την πλειοψηφία εντός του, είτε να αποχωρήσουν οι ίδιοι και να διεκδικήσουν το δικό τους μερίδιο στη λαϊκή αντιπροσώπευση, αν θεωρούν ότι το κόμμα δεν τους χωράει. Στην πρώτη περίπτωση οφείλουν να μοιραστούν την ατιμωτική ήττα και να δώσουν μάχη ενάντια σε όσα κέντρα προσπαθούν να αλώσουν το κόμμα, χωρίς να ξεχνούν ότι ψηφίστηκαν για να κυβερνήσουν σε αστικό κράτος και να διαχειριστούν μια καπιταλιστική οικονομία τριτοκοσμικού τύπου. Η μετάβαση σε άλλου τύπου αναπτυγμένη (και όχι αναπτυσσόμενη) οικονομία, με βάση τις σοσιαλιστικές αρχές, δεν θα γίνει μετρώντας κουκιά σε κομματικά συνέδρια ούτε με εκλογές. Είναι επαναστατική διαδικασία, η οποία προϋποθέτει κοινωνική ανασύνταξη μέσα από την παιδεία και τον πολιτισμό.

Αν στο μεγαλύτερο κόμμα της Αριστεράς δεν υπάρχει δυνατότητα διαλόγου και στρατηγικού σχεδιασμού της επόμενης μέρας και κάθε επόμενης με συγκεκριμένους στόχους και χρονοδιάγραμμα (που δεν θα υπαγορεύει το Ποτάμι), τότε ο ΣΥΡΙΖΑ θα γίνει είτε το ΠΑΣΟΚ του μέλλοντός μας, είτε στην καλύτερη περίπτωση think tank ψευδεπίγραφης επιτελικής καθαρότητας στα χνάρια του ΚΚΕ. Στη μια περίπτωση θα πουλάει διαμαντοπουλικά flexicurity, στην άλλη θα πουλάει newspeak τρέλα επί χίλια (για την ακρίβεια, επί 902, σαν να λέμε ότι «δεν απολύουμε εργαζομένους, μειώνουμε τον αριθμό των επαγγελματικών μας στελεχών σε κομματικές επιχειρήσεις που δεν επιδιώκουν την καπιταλιστική κερδοφορία»).

Ο μοναδικός λόγος ύπαρξης μιας αριστερής κυβέρνησης είναι να φτιάχνει καινούριες δουλειές, να εντάσσει και να μην αποκλείει. Το καθεστώς του μνημονίου λειτουργεί στην αντίθετη κατεύθυνση, από τη στιγμή που προωθεί την εργασιακή ανασφάλεια για να επιβάλλει δομές διασφάλισης, όχι απλώς του ποσοστού κερδοφορίας του γερμανοτραφούς κεφαλαίου αλλά της πανευρωπαϊκής ολιγαρχικής μετάλλαξης, που διορθώνει την ιστορική παρέκκλιση της μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας.

Οι πιθανότητες να υπάρξει Αριστερά εντός μνημονίου είναι ελάχιστες. Όμως, ελάχιστες είναι και οι πιθανότητες να υπάρξει μνημόνιο εντός Αριστεράς. Τα πάντα είναι θέμα προοπτικής. Η Ελλάδα δεν είναι η πρώτη αποικία που κλήθηκε κόντρα στις πιθανότητες να προετοιμάσει την απελευθέρωσή της, ούτε η εργατική τάξη της χώρας είναι η πρώτη που καλείται να ξεφύγει από τους μονόδρομους ενός αυτοκρατορικού μορφώματος όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ιστορία καταγράφει. Ο πολιτικός χρόνος δεν είναι στατικός. Το κόμμα, όπως κάθε άλλος κοινωνικοπολιτικός σχηματισμός, είναι δυναμικό σύστημα.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.