Τις τελευταίες μέρες, με τις ΑΟΖ και την Αγιά Σοφιά, ζήσαμε μια γνήσια ελληνική εμπειρία. Βιώσαμε δηλαδή αυτό που στον εθνικά διαχωρισμένο μας κόσμο είναι αυθεντικά ελληνικό.


Ανήκω σ’ αυτούς που πιστεύουν ότι οι οριζόντιες ταξικές διαφοροποιήσεις μπορούν να διασπάσουν τις κάθετες εθνικές. Όσο όμως και αν η εθνική συνείδηση είναι μια κατασκευή, είναι ταυτόχρονα αποτέλεσμα μιας ιστορικής εξέλιξης που έχει αφήσει στις κοινωνίες το υλικό της αποτύπωμα – με σημαντικότερο τις εθνικές γλώσσες. Και αυτή η ιστορική εξέλιξη έχει σε κάθε εθνική περίπτωση τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Ισχυρίζομαι λοιπόν ότι, τις τελευταίες μέρες, με τις ΑΟΖ και την Αγιά Σοφιά, ζήσαμε μια γνήσια ΕΛΛΗΝΙΚΗ εμπειρία. Βιώσαμε δηλαδή αυτό που στον εθνικά διαχωρισμένο μας κόσμο είναι ΑΥΘΕΝΤΙΚΑ ελληνικό. Και τι είναι αυτό; Όχι βέβαια μόνο ότι εμείς έχουμε πάντα δίκιο, ενώ οι εχθροί μας (εδώ οι Τούρκοι) έχουν πάντα άδικο. Αυτό το βρίσκουμε σε κάθε εθνικό διαχωρισμό. Τι είναι αυτό που ξεχωρίζει την ελληνική περίπτωση;

Πρώτον, ιδιαζόντως ελληνική είναι εκείνη η ανθρώπινη κατάσταση κατά την οποία, ενώ έχεις χάσει στο πεδίο της μάχης, αρνείσαι την πραγματικότητα που έχει δημιουργηθεί επικαλούμενος τα πιο απίθανα προσχήματα για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Μέχρι πρόσφατα πίστευα ότι το Κυπριακό ήταν το απώγειο αυτής της κατάστασης, όπου εδώ και 45 χρόνια το ελληνικό και το ελληνοκυπριακό κράτος αρνούνται μανιοκαταθλιπτικά την ήττα που υπέστησαν στο πεδίο της μάχης, θεωρώντας ότι είναι δυνατή η επιστροφή στο status quo ante με διαπραγματεύσεις και όχι με πόλεμο. Όμως οι τελευταίες μέρες με διόρθωσαν. Διαβάζοντας τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων έχει κανείς την πεποίθηση οτι η άλωση της Κωνσταντινούπολης έγινε προχτές, 24/7/2020, και όχι πριν 600 χρόνια. Αν μάλιστα τα ελληνικά ΜΜΕ ήταν η μοναδική πηγή πληροφόρησης, θα αγνοούσε κάποιος ότι η Αγιά Σοφιά λειτουργούσε ως τζαμί επί ΑΙΩΝΕΣ, με ένα σύντομο διάλειμμα τα τελευταία 80 χρόνια. Η άρνηση αυτή της πραγματικότητας και οι διαρκείς επιστροφές στο παρελθόν με όρους τραγωδίας –ή μεγαλείου– είναι μια ιδιαζόντως ελληνική κατάσταση.

Δεύτερον, το ίδιο μπορεί κανείς να πει για την απαίτηση να δώσουν κάποιοι άλλοι, «οι ξένοι», τις μάχες που το έθνος δεν επιλέγει να δώσει. Εδώ φυσικά παίζει ρόλο η σημασία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού στην οικοδόμηση της δυτικής ταυτότητας, γιατί αλλιώς δεν μπορεί κανείς λογικά να εξηγήσει αυτή την εδραιωμένη ελληνική πεποίθηση ότι κάποιοι άλλοι (οι Ευρωπαίοι, οι Αμερικάνοι, οι Γερμανοί, οι Ρώσοι, κλπ κλπ) πρέπει να βγάλουν τα κάστανα απ’ τη φωτιά λες και «μας το χρωστάνε». Την ίδια στιγμή που η ελληνική κατάσταση εγκαλεί τον διεθνή παράγοντα, επιθυμεί να αποφύγει κάθε δυσαρέσκεια που θα συνεπαγόταν η υλοποίηση των λεγομένων, όπως πχ πρόσφατα που η πολεμική προετοιμασία για το Καστελόριζο έπρεπε να γίνει με όρους που να μην υπάρξουν ακυρώσεις τουριστικών κρατήσεων στα ελληνικά νησιά…

«Ωραία η Ελλάδα, αλλά έχει πολλούς Έλληνες»

Οι αντιφάσεις αυτές είναι τόσο προφανείς και ορατές με την πρώτη ματιά που η ελληνική περίπτωση καταφεύγει στη δημιουργία δυο διακριτών σφαιρών με τρόπο μοναδικό στο διεθνές πολιτικοδιπλωματικό σκηνικό: μια εσωτερική όπου το πολιτικό σύστημα οικοδομεί στη συνείδηση των λαϊκών μαζών μια αρραγή εικόνα απόλυτου δικαίου της «δικής μας» πλευράς. Και μια εξωτερική, όπου οι πολιτικοί παράγοντες πρέπει να μιλήσουν με τους διεθνείς ομολόγους τους στη βάση μιας στοιχειωδώς ειλικρινούς αποτίμησης. Στο δεύτερο αυτό επίπεδο, η ελληνική κατάσταση φυσικά τρώει χαστούκια αφού της υποδεικνύονται αυτονόητες αλήθειες, όπως για παράδειγμα ότι μια χώρα που δεν έχει ένα (1) νόμιμα λειτουργούν τζαμί δεν είναι δυνατόν να ηγείται διεθνούς προσπάθειας για τα δικαιώματα στην αντίδικο χώρα μιλώντας για «βαρβαρότητα»…

Μακάρι όλα αυτά να ήταν εξωτερικά στις λαϊκές τάξεις. Όταν όμως μια ιδεολογία προβάλλεται και ενσταλλάσσεται στους υποτελείς, αφήνει το αποτύπωμά της στις συνειδήσεις. Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι καταστάσεις που όλοι τις ξέρουμε και τις καγχάζουμε: από τον Καραγκούνη που πέφτει κάτω στα καλά καθούμενα ζητώντας πέναλτυ και τον Μπούκουρα που ορκίζεται να πάρει την Αγιά Σοφιά, αλλά καταρρέει όταν έρχεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες των πράξεων του, μέχρι τον τελευταίο έλληνα χρήστη του διαδικτύου που συντάσσει πολεμικά σχέδια από το πληκτρολόγιό του, αλλά θα φωνάζει ζαρωμένος «πού είναι οι Ευρωπαίοι;» στο πρώτο θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο.

Αυτό που έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια είναι ότι, μέσα από το στραπάτσο της χρεωκοπίας και των Μνημονίων, πάρα πολλοί Έλληνες συναισθάνονται την παπάτζα της κυρίαρχης ιδεολογίας και τα υλικά συμφέροντα που τελικά αυτή συγκαλύπτει, χωρίς όμως να μπορούν να ολοκληρώσουν τα συμπεράσματά τους (εδώ η ευθύνη της Αριστεράς και του τρόπου που αυτή χειρίζεται τα «εθνικά» είναι κεφαλαιώδης). Έτσι, αν και το προβοκατόρικο σύνθημα των αυτόνομων «ωραία η Ελλάδα, αλλά έχει πολλούς Έλληνες» θα θεωριόταν τις προηγούμενες δεκαετίες αντεθνικό, σήμερα υπάρχουν πάρα πολλοί Έλληνες που θα το συνομολογούσαν, χωρίς όμως να μπορούν και να εξηγήσουν το γιατί.

Και αυτή, συνοψίζοντας, είναι η ελληνική κατάσταση. ■

(Δημοσιεύτηκε στο Facebook, την Κυριακή 26 Ιουλίου 2020).

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.