Πρώτα θα βγει η ψυχή και μετά το χούι του νεοφιλελεύθερου με τον ιδιωτικό τομέα.
Πρώτα βγαίνει η ψυχή του ανθρώπου μετά το χούι του. Έτσι λέει, τουλάχιστον, η λαϊκή σοφία και μ’ αυτήν τη συνθήκη του θυμικού δοκιμάζεται η ψυχή μας στον αγώνα κατά της πανδημίας. (Βάλτε έναν αστερίσκο εδώ). Ας πούμε, όλος ο κόσμος δεν κάνει τίποτε άλλο απ’ το να είναι στο Facebook. Μεγάλο χούι της εποχής μας. Οπλίζει ο καθένας το πληκτρολόγιό του και μπαίνει στην αρένα του πολιτικού Role Playing Game που είναι η δημόσια αντιπαράθεση στις μέρες μας. Το μάνα και το στάμινα ξεχειλίζουν –για να θυμηθούμε την εφηβεία μας– και ο εγκλεισμός γίνεται κάθε φορά και πιο έντονος όσο προχωράμε τις πίστες, με σκοπό τι άλλο; Την επιβίωση. (Δεύτερος αστερίσκος εδώ).
Η ανάγκη για περιορισμό της διασποράς του ιού επιβάλλει μέτρα περιορισμού των μετακινήσεων, με αποτέλεσμα ολόκληρος ο πλανήτης να φεύγει απ’ τους δρόμους και να μπαίνει online. Φαντάζεστε πανδημία και lockdown με 56άρι μόντεμ; Αυτό θα ήταν το τέλος του κόσμου. Παρόλα αυτά, μεγάλες πλατφόρμες διαδικτυακού περιεχομένου κατεβάζουν ταχύτητα, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την αυξημένη ζήτηση. (Τρίτος αστερίσκος εδώ). Η έγκλειστη ζωή που βρίσκει διέξοδο στον κόσμο της εικονικής πραγματικότητας αναδεικνύεται ως μια εμπεδωμένη συνήθεια σε extra large διαστάσεις. Υπάρχουν, όμως, κι άλλες τέτοιες συνήθειες.
Το χούι της Δεξιάς του Κυρίου

Ας πάρουμε για παράδειγμα τους πιστούς. Του έβγαλαν την πίστη του πρωθυπουργού μας, αναγκάστηκε στο τέλος ο Χριστιανός να τους το κλείσει το μαγαζί. Αλλά, αυτοί εκεί. Πώς το έλεγε η κυρία που είχε έρθει απ’ τους Άγιους Τόπους; Εμείς δεν σας φέραμε τον κορονοϊό, σας φέραμε την ευλογία. Επειδή, όμως δεν την πολυπιστέψαμε, είπαμε να μην πάρουμε το ρίσκο με το κουταλάκι της Θείας Κοινωνίας. Δόθηκε μεγάλη μάχη να μην το πάρουν κι άλλοι. Όμως, η μάχη έληξε με την επικράτηση της άποψης πως η πίστη μπορεί να ανακατεύεται με την επιστήμη, η επιστήμη δεν μπορεί να ανακατεύεται με την πίστη. Ως γνωστόν, οι διάφοροι θρησκόληπτοι, οι διάφοροι ακροδεξιοί –και τέτοιοι άνθρωποι γενικά, των οποίων η αγάπη για τον πλησίον ξεχειλίζει– θυμούνται τα δικαιώματά τους, όπως τον σεβασμό των άλλων προς την πίστη τους, μόνο όταν στριμώχνονται. Όταν στριμώχνουν τους άλλους, η πίστη και ο σεβασμός και τα δικαιώματα (των άλλων) πάνε περίπατο, ενίοτε πάνε και στον άλλο κόσμο. Εδώ, λοιπόν, στριμώχτηκαν, αλλά οι άτιμοι δεν κουνήθηκαν ρούπι. Εμείς μείναμε στο σπίτι μας, στο οχυρό της ζωής, εκείνο το ‘καναν δίπορτο, μένοντας στον οίκο του Θεού, στο οχυρό της μετά θάνατον ζωής.
Το δικαίωμα της μετακίνησης πήγε κι αυτό περίπατο κοινή συναινέσει, όπως κι άλλα δικαιώματα, χωρίς όμως συναίνεση αυτά. Ας πούμε τα εργασιακά. Εδώ κι αν δεν κόβεται η συνήθεια. Για αρχή 41.000 απολύσεις, που ξεπέρασαν τις 100.000. Και στα καπάκια έκτακτα μέτρα για εκ περιτροπής εργασίας με μειωμένες στο μισό τις αποδοχές των υπαλλήλων. Αυτό πρέπει να είναι και το μεγαλύτερο χούι της Δεξιάς, χούι που δεν κόβεται, ο κόσμος να ‘ρθει ανάποδα, όπως καλή ώρα τώρα. Πονάει κεφάλι; Κόβει κεφάλι. Εκτός κι αν το κεφάλι πονάει σπίτι του με τηλεργασία. Πώς μετριούνται οι υπερωρίες στην τηλεργασία; Όπως και στην κανονική δουλειά, μόνο που είναι περισσότερες. Και να πεις ότι δεν το ξέραμε; Δεν θα ‘πρεπε να μας κάνει εντύπωση.
Γιατί, πρώτα θα βγει η ψυχή και μετά το χούι του νεοφιλελεύθερου με τον ιδιωτικό τομέα. Στα 30 εκατομμύρια έκατσε η κρατική επιδότηση προς τις ιδιωτικές κλινικές, ώστε να πραγματοποιούν τα τεστ για τον κορονοϊό που τα δημόσια εργαστήρια κάνουν με πολύ μικρότερο κόστος. Απ’ τα 800 στα 1.600 πήγε η κρατική αποζημίωση προς ιδιώτες που διαθέτουν κρεβάτια ΜΕΘ στο Δημόσιο. Επίταξη; Θα αστειεύεστε. Μα, βρισκόμαστε σε πόλεμο. Αλλά, την οικονομία κινεί ο ιδιωτικός τομέας.
Πρώτα θα βγει η ψυχή και μετά το χούι του νεοφιλελεύθερου με τον ιδιωτικό τομέα.
Αυτά τα χούγια δεν κόβονται. Απλώς γίνονται πιο χαριτωμένα. Άλλος μαγειρεύει αυγά στην κουζίνα, άλλος βγαίνει για παλαμάκια στο μπαλκόνι. Είναι κι αυτός ένας τρόπος ενίσχυσης. Έβγαιναν γιατροί και νοσηλευτές και ευχαριστούσαν για την όμορφη πρωτοβουλία, αλλά τόνιζαν πως αυτό που χρειάζονται τώρα είναι ενίσχυση σε προσωπικό και ιατροφαρμακευτικό υλικό. Θέλουμε περισσότερο κράτος. Και δωσ’ του παλαμάκια. Εξάλλου, η μεταβιομηχανική κοινωνία σήμερα δίνει έμφαση στις μεταϋλικές αξίες. Κι είναι αυτή η κατάρα της Αριστεράς, κάθε φορά που επιχειρεί την πατροκτονία του υλισμού να γίνεται ο άσωτος υιός του μεταϋλισμού, βλέποντας τους ιδεολογικούς της αντιπάλους να παίζουν καλύτερα το παιχνίδι των ταυτοτήτων. Σηκώνεις εσύ τη γροθιά; Βαράει παλαμάκια ο άλλος.
Λέγοντας ταυτότητες φτάνουμε στο υπέρτατο χούι. Είναι κι αυτό που δεν κόβεται με τίποτα. Πρώτα θα βγει η ψυχή του δεξιού και μετά το χούι του με τα αεροπλάνα και τις παρελάσεις. Χρόνια πολλά κιόλας σε όλους, αλλά σήμερα η Νέα Δημοκρατία ανακηρύχθηκε στην πλέον ηγεμονική φυσιογνωμία της μεταμοντέρνας Ελλάδας, κάνοντας παρέλαση χωρίς παρέλαση. Σε μια άδεια από κόσμο Πανεπιστημίου, όπου είθισται να περνά ο στρατός της Ελλάδας φρουρός, τα εναέρια μέσα της πολεμικής μας αεροπορίας πέταξαν κανονικά στον συννεφιασμένο ουρανό. Σύνεφο με παντελόνια, όπου «επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει», κατά πώς γράφει ο ρώσος ποιητής. Ο γνώριμος ήχος του επετειακού τζετ ήταν εκεί για να νιώσει ο κάθε διεγερμένος νοικοκυραίος ότι μπορεί να παρελαύνει σπίτι του απ’ το σαλόνι στην κουζίνα. Σε έναν κόσμο όπου το νόημα δεν είναι ποτέ σταθερό, αλλά βρίσκεται σε μόνιμη κίνηση. Σε έναν κόσμο όπου η αντίθεση συντηρητικός-προοδευτικός αποδομείται, μιας και το τι δεν είναι ο άλλος αντιπροσωπεύει μια βασική υπενθύμιση του τι είμαστε εμείς, με τον άλλο όμως να συνιστά μια δική μας ιδιότητα που θέλουμε να εξοβελίσουμε και που γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο την αποδίδουμε στον άλλο. Νομίζετε ότι Ντεριντά είναι αποδομιστής, αλλά είναι που δεν έχετε ακούσει Παΐσιο.
Το πλούσιο μενού της εξουσίας
Εκεί, λοιπόν, μας κατήντησε ο κορονοϊός. Να δίνουμε τον αγώνα και να μην τον δίνουμε, να κανουμε παρέλαση και να μην κάνουμε, να ενισχύουμε τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα ταυτόχρονα, να μοιράζουμε λεφτά και παίρνουμε ταυτόχρονα, να μένουμε σπίτι και να είμαστε στα σύνορα, να αποφεύγουμε τον άλλον και να είμαστε δικτυωμένοι, να είμαστε μαζί και χώρια. Θα μπορούσε κανείς να παραθέσει κι άλλα πολλά παραδείγματα συνηθειών που δεν κόβονται ακριβώς για να μας υπενθυμίσουν τις δυαδικές αντιθέσεις της μεταφυσικής μας υπόστασης. Οι συνήθειες, όμως, που μας προσγειώνουν στον κόσμο της υλικής πραγματικότητας είναι οι συνήθειες της εξουσίας. Με κορονοϊό ή χωρίς παραμένουν το ίδιο ανθεκτικές και με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά καταφέρνουν να σε βάζουν στη θέση σου.
Κι αν φαίνεται πως αλλάζουν για λίγο οι συνήθειες της εξουσίας, είναι που γνωρίζουν από στολές παραλλαγής. Ο σύγχρονος άνθρωπος φοράει εύκολα τα χρώματα της φύσης όταν θέλει να σκοτώσει. Χακί όταν είναι να κρυφτεί στους θάμνους και να στήσει ενέδρα, μπεζ όταν είναι να προελάσει στην έρημο, άσπρο όταν είναι να κυνηγήσει αντάρτες στα χιόνια. Το ίδιο θα κάνει κι όταν βρεθεί στο φυσικό περιβάλλον του εξωτικού εργάτη. Σηκωμένα μανίκια και ξεκούμπωτο πουκάμισο, βλέμμα και περπάτημα ανθρώπου με έγνοιες, χειραψία και χτύπημα στην πλάτη σαν παλιοί γνωστοί. Με τον καιρό ο εξουσιαζόμενος μαθαίνει να βλέπει στον εξουσιαστή το είδωλό του. Κι όσο στέκει απέναντί του το είδωλο ίδιο κι απαράλλαχτο μ’ αυτόν τόσο αγνοεί σε ποια πλευρά του καθρέφτη βρίσκεται πραγματικά.
Μα στάσου, εσύ είπες ότι οι συνήθεις της εξουσίας σε προσγειώνουν στην υλική πραγματικότητα, σε βάζουν στη θέση σου, και τώρα λες ότι σε κάνουν να νιώθεις σπουδαίος. Μην μπερδεύεστε. Το να πετάς στα σύννεφα, το να νομίζεις ότι είσαι κάπου ψηλά, δεν σημαίνει ότι το ίδιο νομίζει και το είδωλό σου για ‘σένα. Είναι σαν να λες ότι, επειδή κάποτε ο Ρέηγκαν υποσχέθηκε στους Αμερικάνους ότι όλοι μπορούν να γίνουν πλούσιοι, αρκεί να αποκηρύξουν το κοινωνικό κράτος, έγιναν κιόλας. Η ικανότητά του θηρευτή να μεταμφιέζεται για να τον πλησιάσεις δεν σημαίνει ότι έπαψες να είσαι το θήραμα. Όσο βλέπεις στον καθρέφτη μιας τηλεόρασης τον εαυτό σου, το σηκωμένο δάχτυλο του ειδώλου μετατρέπεται σε αυτοτιμωρία και αυτοενοχή. Μένουμε μέσα για να μην κολλήσουμε τους άλλους, όχι γιατί μας διακατέχει αίσθημα συλλογικής μοίρας, αλλά γιατί μας κυριεύει η ατομική ευθύνη. Και μόνο αν αρρωστήσεις, αν απολυθείς, αν δεν έχεις να πληρώσεις τους λογαριασμούς σου, καταλαβαίνεις ότι κάτι δεν πάει καλά με την αυτοπροβολή. Όπως θα έλεγαν και διπλωμάτες στη Μέση Ανατολή, αν το όνομά σου δεν είναι στη λίστα των καλεσμένων, ρίξε μια ματιά στο μενού. Και κανένας δεν είναι καλεσμένος στο σπίτι του.
Άγγλος ή Κινέζος σε καιρό πολέμου
Εδώ έρχεται ο πρώτος αστερίσκος, για τον αγώνα που δίνουμε. Η ευθύνη είναι μια ωραία λέξη, που όμως εύκολα μπορεί να χαθεί στη μετάφραση. Σημαίνει αρμοδιότητα, αλλά σημαίνει και υπαιτιότητα. Τι απ’ τα δύο εννοεί η εξουσία όταν επικαλείται τη φράση «ατομική ευθύνη»; Κι αν εννοεί και τα δύο τι συμπέρασμα βγάζει κανείς για τον αγώνα κατά του κορονοϊού; Είναι αρμοδιότητα του καθενός να προστατευτεί. Κι αν δεν τα καταφέρει, θα είναι δική του υπαιτιότητα.
Σήμερα, στο τέταρτο πρωθυπουργικό μήνυμα των ημερών η φράση άλλαξε ελαφρώς κι έγινε «αμοιβαία ευθύνη», κάτι σαν τα αμοιβαία κεφάλαια σε συνθήκες κρίσης στασιμοπληθωρισμού. Με την αμοιβαία ευθύνη θα επενδύσουμε από κοινού στον αγώνα, μοιράζοντας το ρίσκο σε όσο το δυνατόν περισσότερους τίτλους, αλλά ξέρουμε σε ποιον διαχειριστή πρέπει να εμπιστευούμε το πορτφόλιο της ελπίδας. Ως γνωστόν, οι προηγούμενες αποδόσεις δεν εξασφαλίζουν τις μελλοντικές, αλλά αυτό δεν θα πρέπει να μας αποτρέπει από την επένδυση. Γιατί, είναι ηλίου φαεινότερον ότι εδώ, στον ουρανό που πετάμε, έχουμε να κάνουμε με επαγγελματίες κι όχι με ερασιτέχνες της εξουσίας.
Κι εδώ έρχεται ο δεύτερος αστερίσκος, για την επιβίωση. «Είμαστε σε πόλεμο» φωνάζουν οι πανδημικοί πολέμαρχοι. Γενικά, ο πόλεμος είναι μια ωραία ιδέα, αλλά, όπως έλεγε ο Τσόρτσιλ, «σε καιρό πολέμου, η αλήθεια είναι τόσο πολύτιμη που θα πρέπει πάντα να συνοδεύεται από μια σωματοφυλακή ψεμάτων». Η ιδεά του πολέμου σταματά να είναι ωραία όταν γίνεται ο επιμερισμός του κόστους, όταν γίνεται ο λογαριασμός, όταν κάνουμε ταμείο. Ιδίως όταν το ταμείον είναι μείον. Κάποιοι πάνε στον πόλεμο με σχέδιο, οργάνωση, πειθαρχία και εξοπλισμό, κάποιοι πάνε με μερικά απ’ αυτά και κάποιοι πάνε ξυπόλητοι στ’ αγκάθια.
Μιας και το πολιτικό σύστημα έχει εντρυφήσει στα μεγάλα λόγια μεγάλων ανδρών, ας ανατρέξουμε στον περίφημο κινέζο στρατηγό Σουν Τζου, που είναι παντός καιρού: «Εάν γνωρίζεις τον εχθρό και τον εαυτό σου, δεν έχεις ανάγκη να φοβάσαι το αποτέλεσμα ακόμα κι εκατό μαχών. Εάν γνωρίζεις τον εαυτό σου, αλλά δεν γνωρίζεις τον εχθρό, για κάθε νίκη που θα κερδίζεις θα έχεις και μία ήττα. Εάν δεν γνωρίζεις ούτε τον εαυτό σου ούτε τον εχθρό, θα νικηθείς σε κάθε μάχη».
Σ’ αυτόν τον πόλεμο μαχόμαστε κατά ενός αόρατου εχθρού, για τον οποίο ξέρουμε ελαχιστα. Αν έχουν έστω και μια δόση αλήθειας τα λόγια αυτά του Κινέζου, μόνη ελπίδα μας προς το παρόν για ένα θετικό ισοζύγιο στο πεδίο των μαχών είναι να γνωρίζουμε καλά ποιοι είμαστε και να μαθαίνουμε γρήγορα για τον αντίπαλό μας. «Οι αρχαίοι πολεμιστές πρώτα έκαναν τους εαυτούς τους αόρατους. Μετά περίμεναν τη στιγμή που εχθρός ήταν ευάλωτος», γράφει κάπου αλλού ο Κινέζος. Δεν λειτουργεί διαφορετικά ο ιός όταν προσβάλλει τους ανθρώπους. Και κάπως αντίστοιχα προσπαθούν να λειτουργήσουν οι άνθρωποι απέναντι στον ιό, να γίνουν αόρατοι μέχρι να βρουν το ευάλωτο σημείο του. Πόσο αόρατος, όμως, μπορείς να γίνεις, όταν φέρεις μέσα σου τον ιό και δεν το ξέρεις; Αν νομίζεις δε ότι το μόνο που φέρεις μέσα σου είναι η ευλογία του Κυρίου, τότε μάλλον δεν έχεις ιδέα για τον εαυτό σου και η ήττα σε κάθε μάχη είναι δεδομένη. Κάπως έτσι, μένοντας στο σπίτι, η πολύτιμη αλήθεια είναι το σπίτι ως οχυρό ζωής και η σωματοφυλακή ψεμάτων πως αυτό αρκεί.
Κι αυτό μας φέρνει στον τρίτο αστερίσκο, περί αυξημένης ζήτησης. Η διαπίστωση ξεκινά από τη συμμετοχή μας στον καινούργιο γενναίο κόσμο του διαδικτύου, αλλά αφορά σε όλα τα υποσυστήματα της οργανωμένης κοινωνίας. Αυξημένη ζήτηση δεν σημαίνει αυτόματα υπηρεσίες προς όλους. Σήμερα είναι πιο εύκολο να μπεις στο Netflix από το να μπεις σ’ ένα νοσοκομείο. Κι αυτό ίσχυε προτού μπούμε σε πόλεμο με τον κορονοϊό. Κάποιος θα πει ιδού τα καλά του ανταγωνισμού στην ελεύθερη αγορά, που ρίχνει τις τιμές. Και κάποιος θα αντιτείνει ότι δεν πρόκειται για τα καλά του ανταγωνισμού αλλά για κακό μοίρασμα της πίτας. Και κάποιος άλλος θα πει ότι όλα αυτά είναι κατασκευασμένες αλήθειες σε μία πραγματικότητα που ελέγχεται από το ρίσκο.
Στην ιστορία της ανθρωπότητας έχουν βγει εκατοντάδες εκατομμύρια ψυχές, αλλά το χούι να μην υπάρχει σωτηρία δεν έχει βγει. Γιατί, τίποτα από τα παραπάνω δεν θα είχε σημασία, αν οι νόμοι της προσφοράς και της ζήτησης μπορούσαν από μόνοι τους να εξηγήσουν την αξία του αγώνα και της επιβίωσης, χωρίς ένα σταθερό μέτρο για την αλήθεια όσων αγωνίζονται και επιβιώνουν.

































