Σ’ αυτά τα δέκα χρόνια στη Γη της Επαγγελίας μοναδικός οδηγός του ήταν το κουράγιο της μάνας του.


Ζει στο Νιου Τζέρσεϊ των ΗΠΑ και βρίσκεται αντιμέτωπος με την πιο σημαντική απόφαση της ζωής του. Τελειώνει φέτος το Λύκειο, οι επιδόσεις του είναι εξαιρετικές, κι έχει γίνει δεκτός σε 17 κολέγια. Δεν είναι ο τυπικός μαθητής που καλείται να αποφασίσει για τις σπουδές του, την επαγγελματική του καριέρα και, τελικά, για το μέλλον του. Ο 17χρονος Ντίλαν Τσίντικ πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του με την αγωνία πού θα κοιμηθεί το επόμενο βράδυ –ένα από τα δυόμισι εκατομμύρια παιδιά στην Αμερική που παραμένουν άστεγα κάθε χρόνο. Μαζί με τα δυο μικρότερα δίδυμα αδέρφια του και τη μητέρα τους ήρθαν στις ΗΠΑ από το Τρινιντάντ, όταν εκείνος ήταν μόλις επτά χρονών. Σ’ αυτά τα δέκα χρόνια στη Γη της Επαγγελίας μοναδικός οδηγός του ήταν το κουράγιο της μάνας του. Ήταν ο καθημερινός αγώνας της που τον κράτησε όρθιο, του ‘βαλε στο μυαλό όνειρα, του γέμισε την καρδιά με θάρρος.

Η Χαντίν Φίλιπ έκανε το ίδιο και για τα τρία παιδιά της. Τα μικρότερα δίδυμα αντιμετωπίζουν σοβαρά καρδιακά προβλήματα. Το κυρτό χαμόγελό τους στον φωτογραφικό φακό κερδίζει τις κάθετες γραμμές από τις χειρουργικές τομές στο στήθος τους. Και οι τρεις παιδικές καρδιές είναι γεμάτες με το ίδιο θάρρος· το θάρρος της Χαντίν να ζητήσει βοήθεια. Τη βρήκε στη Women Rising, μια MKO που «υπηρετεί την κοινότητα της Κομητείας Χάντσον από το 1905». Όπως λέει ο Ντίλαν στους δημοσιογράφους που έσπευσαν μόλις μαθεύτηκε η ιστορία του, «το ότι είδα την οικογένειά μου να ζητά βοήθεια έγινε το κίνητρό μου, να μην το δω ποτέ ξανά».

Ο 17χρονος θυμάται τα πρώτα του χρόνια στο σχολείο. «Όλο οι δάσκαλοί μου και το προσωπικό με στήριζαν πολύ, αλλά στην αρχή δεν ήθελα κανείς τους να μάθει για την κατάστασή μου. Αργότερα, συνειδητοποίησα ότι ήταν ok να τους ανοιχτώ». «Στην αρχή της ύπαρξης όλες οι ελπίδες επιτρέπονται. Και γι’ αυτό τον λόγο (οι νέοι) εύκολα εξαπατώνται, επειδή και εύκολα σχηματίζουν ελπίδες», γράφει ο Αριστοτέλης στη Ρητορική. «Αλήθεια, κανένας δεν φοβάται όταν είναι θυμωμένος. Η ελπίδα της επιτυχίας μάς κάνει θαρραλέους». Ο Ντίλαν έγινε πρόεδρος της τάξης του, μέλος του μαθητικού συμβουλίου της πόλης και συμμέτοχος σε κάθε συλλογική δραστηριότητα, απ’ αυτές που αναδεικνύουν τους μπροστάρηδες.  Ο Τσίντικ είναι ο πρώτος της οικογένειας που θα σπουδάσει. Τον ενδιαφέρει η πολιτική και η ιστορία. «Μου αρέσει η πολιτική πλευρά του κάθε πράγματος και θέλω να καταλάβω πώς λειτουργεί μια κυβέρνηση», λέει ο ίδιος.

Σ’ αυτά τα δέκα χρόνια στη Γη της Επαγγελίας μοναδικός οδηγός του ήταν το κουράγιο της μάνας του.

Δεν είναι κι ό,τι πιο εύκολο να μάθεις, όχι μόνο πώς λειτουργεί μια κυβέρνηση αλλά ολόκληρο το σύστημα. Την Τρίτη 12 Μαρτίου τον γύρο του κόσμου έκανε η είδηση πως εξαρθρώθηκε το μεγαλύτερο δίκτυο παράνομης εισαγωγής σε ελίτ πανεπιστήμια των ΗΠΑ. Συμμετείχαν γονείς, προπονητές, ηθοποιοί, υπάλληλοι και διευθυντές κολεγίων. «Δεν μιλάμε για δωρεά κτιρίου ώστε να αυξηθούν οι πιθανότητες η Σχολή να δεχτεί τον γιο ή την κόρη σου. Μιλάμε για απάτη», είπε σε συνέντευξη Τύπου ο εισαγγελέας της Μασαχουσέτης, Άντριου Λέλινγκ. «Αυτοί οι γονείς είναι ένας κατάλογος πλούτου και προνομίων. Για κάθε μαθητή που γινόταν δεκτός έτσι, ένα τίμιο και γνήσιο ταλέντο απορριπτόταν». Το κόλπο ήταν απλό και τολμηρό. Γονείς δωροδοκούσαν πρόσωπα-κλειδιά σε προπαρασκευαστικά κολέγια για να δώσουν εξετάσεις αντί των γόνων τους ή να διορθώνουν τις απαντήσεις των τελευταίων. Ή πλήρωναν προπονητές κολεγίων για να δεχτούν τα καμάρια τους βάσει αθλητικών επιδόσεων, που όμως ήταν πλαστές. Η δωροδοκία για τους άμπαλους με τα λεφτά κυμαινόταν στα 15.000-75.000 ανά διαγώνισμα, ενώ στα ρεπορτάζ του αμερικανικού Τύπου γίνεται λόγος για ποσά από 200.000 έως 6,5 εκατ. δολάρια. «O κατάλληλος τρόπος εισαγωγής», θα γράψουν ειρωνικά οι New York Times την ίδια μέρα.

Αλλά, η μεγάλη εικόνα είναι χειρότερη, διαπιστώνει το CNΝ. Έρευνα για λογαριασμό του Joyce Foundation έδειξε ότι τα αμερικανικά δημόσια πανεπιστήμια στοχεύουν πια κατ’ αποκλειστικότητα στην εισαγωγή παιδιών λευκών και ευκατάστατων οικογενειών της μεσαίας κι ανώτερης τάξης, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στις περικοπές της κυβέρνησης. Επιλέγουν να διαφημίζονται σε σχολεία με τέτοιους μαθητές, αγνοώντας σχολεία με πλειοψηφία μαύρων, λατίνων και ιθαγενών. «Η αξιοκρατία είναι ένας μύθος που επινόησαν οι πλούσιοι», γράφει ο Guardian σχολιάζοντας τις ειδήσεις απ’ την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. «Μια υπενθύμιση ότι δεν είναι το ταλέντο αλλά ο πλούτος που καθορίζουν τις ευκαιρίες που έχεις στη ζωή». Κάθε θαρραλέος, εξαπατημένος έφηβος που τα μετρά και δεν του βγαίνουν είναι ο Ντίλαν απ’ το Νιού Τζέρσεϊ. Μιλάμε για όνειρα.

(Δημοσιεύτηκε στα «Ενθέματα» της Αυγής, την Κυριακή 30 Μαρτίου 2019).

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.