Στο «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» ο ομώνυμος λογοτεχνικός ήρωας του Όσκαρ Ουάιλντ συνειδητοποιεί ότι κάποια μέρα η ομορφιά του θα χαθεί. Σε ένα ξέσπασμα απόγνωσης  μπροστά στο μαγευτικό πορτρέτο του, που είχε ζωγραφίσει με πόνο ψυχής ένας φίλος, εύχεται να έμενε για πάντα νέος και αντ’ αυτού να γεράσει το πορτρέτο.

«Θα έδινα και τη ψυχή μου γι’ αυτό», αναφωνεί. Η ευχή του εκπληρώνεται απρόσμενα. Όσο ο νεαρός αριστοκράτης βυθίζεται στο «κυνήγι των αισθήσεων», έχοντας «γεμίσει το πνεύμα του διαφθορά και τη φαντασία του τρόμο», το πορτρέτο σηκώνει το «βάρος των ημερών» και κάθε αμάρτημα του Γκρέι στην πραγματική ζωή αποτυπώνεται στην εικόνα ως παραμόρφωση και γήρας.

Σε μια από τις τελευταίες σκηνές του έργου που σκανδάλισε τα βικτοριανά ήθη της βρετανικής κοινωνίας στα τέλη του 19ου αιώνα, ο γηρασμένος συνομιλητής του Ντόριαν Γκρέι, Λόρδος Γουότον, αναρωτιέται: «τι ωφελείται ένας άνθρωπος αν κερδίσει τον κόσμο ολόκληρο και χάσει την ψυχή του;»

Στο τραγικό δυστύχημα του Γκρένφελ Τάουερ στο Λονδίνο, τον περασμένο Ιούνιο, κάποιοι πολλοί για την περίσταση σήκωσαν τα κινητά τους τηλέφωνα και τράβηξαν σέλφι με φόντο το καμένο κτιριακό συγκρότημα. Οι ιδιότυπες αυτές αυτοπροσωπογραφίες ήρθαν να προστεθούν στην οργή της κοινής γνώμης γι’ αυτό που θεωρήθηκε ως η συνέπεια ενός ακήρυχτου πόλεμου προς την εργατική τάξη, τους φτωχούς και όσους εξαρτώνται απόλυτα από την κοινωνική πρόνοια.

Για ολοένα και περισσότερους ανθρώπους σήμερα, τα θύματα των πολέμων, της διαχρονικής κρίσης και της αιώνιας λιτότητας, ο κόσμος χάνει την ομορφιά του. Ενδεχομένως να χάνει και τη ψυχή του. Κι όπως λέει ο απείραχτος απ’ τον χρόνο Ντόριαν, οδεύοντας προς το τέλος, «η ψυχή είναι μια τρομερή πραγματικότητα».

Σ’ αυτόν τον κόσμο όπου το παλιό πεθαίνει και το καινούριο δεν μπορεί να γεννηθεί, η αριστοκρατία των θεσμών εύχεται να μην γεράσει ποτέ. Ημέρα με την ημέρα, η φθορά της αποτυπώνεται σε πορτρέτα ευδαιμονικών υποσχέσεων, όπως είναι τα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση πρόσωπα των μικροαστών που την πίστεψαν στην υπεροψία της.

Ανύποπτος για το τραγικό του τέλος, ο ιδεαλιστής ζωγράφος του Ντόριαν, Μπάζιλ Χόλγουορντ, εξομολογείται ότι έβαλε στο πορτρέτο «πολλά από τον εαυτό του» και δεν το εκθέτει, γιατί φοβάται μήπως απεικόνισε το «μυστικό της ψυχής του».

Στη «Ψυχή του ανθρώπου στον Σοσιαλισμό», ο Ουάιλντ γράφει: «Συχνά ακούμε να μας λένε πως οι φτωχοί είναι ευγνώμονες για τη φιλανθρωπία που δέχονται. Μερικοί είναι, δεν χωρά συζήτηση, όμως οι καλύτεροι ανάμεσά τους δεν είναι ποτέ. Είναι αχάριστοι, δυσαρεστημένοι, ανυπάκουοι, επαναστατημένοι. Κι έχουν απόλυτο δίκιο να είναι».

Δεν είναι μυστικό: το πρεκαριάτο θα αποκτήσει τη δική του αντίληψη για το ωραίο, χωρίς να ατενίζει το κακό.

(Δημοσιεύτηκε στα «Ενθέματα» της Αυγής, την Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017).

 

Απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.